......................................................................... Ανατροπή του καπιταλισμού και όχι διαχείριση

..........................Εγερτήριο κατά του μνημονίου... και της νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας…
"Άνθρωπος που θυσιάζει την ελευθερία του για να του παρέχουν ασφάλεια,δεν είναι άξιος ούτε της ελευθερίας, αλλά ούτε και της ασφάλειας" - Αριστοτέλης




Αυτός που αγωνίζεται μπορεί να χάσει, όμως αυτός που δεν αγωνίζεται ήδη έχει χάσει.

Bertolt Brecht, 1898-1956, Γερμανός συγγραφέας

Κυριακή 8 Ιουνίου 2014

Μίκης Θεοδωράκης - Οι πρώτοι νεκροί (Πάλης ξεκίνημα)







Οι πρώτοι νεκροί ( Πάλης ξεκίνημα )

Στίχοι: Αλέκος Παναγούλης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Φαραντούρη

Πάλης ξεκίνημα
νέοι αγώνες
οδηγοί της ελπίδας
οι πρώτοι νεκροί.

Όχι άλλα δάκρυα
κλείσαν οι τάφοι
λευτεριάς λίπασμα
οι πρώτοι νεκροί.

Λουλούδι φωτιάς
βγαίνει στους τάφους
μήνυμα στέλνουν
οι πρώτοι νεκροί.

Απάντηση θα πάρουν
ενότητα κι αγώνα
για νά 'βρουν ανάπαυση
οι πρώτοι νεκροί.

Παρασκευή 30 Μαΐου 2014

Αφιέρωμα στον Αγωνιστή Λάκη Σάντα


Το κομμάτιασμα της χιτλερικής σημαίας κατατάραξε τους χιτλερικούς κατακτητές και τους συνεργάτες τους.


Στις 31 Μάη 1941 η γερμανική Κομαντατούρ εξέδωσε την παρακάτω ανακοίνωση:
«Κατά τη νύκτα της 30ης προς την 31η Μαΐου υπεξερέθη η επί της Ακροπόλεως κυματίζουσα γερμανική πολεμική σημαία παρ' αγνώστων δραστών. Διενεργούνται αυστηραί ανακρίσεις. Οι ένοχοι και οι συνεργοί αυτών θα τιμωρηθώσι διά της ποινής του θανάτου».
Ας αφήσουμε όμως τον ίδιο τον Λάκη Σάντα να μας αφηγηθεί ένα μέρος από την ιστορία του (Το κείμενο είναι από τα αρχεία του Ηλία Πετρόπουλου. Αλλάξαμε μόνο τον τονισμό και την ορθογραφία):
Όταν το Μέτωπο της Μακεδονίας έσπασε και η Μπότα των Ναζὶ κατέβαινε και μας πλάκωνε στο στήθος, ἡ πρώτη μου σκέψη ήταν να φύγω με τα υποχωρούντα στρατεύματα για την Αίγυπτο για να συνεχίσω εκεί τον πόλεμο. Λογάριασα όμως χωρίς τα Στούκας τα οποία δεν άφησαν ούτε καρυδότσουφλο στον Σαρωνικό Κόλπο. Κι έτσι ανάμεσα στις φλόγες και στις βόμβες των Στούκας είδα να βυθίζονται οι ελπίδες μου για την Αίγυπτο κι έμεινα.


Μπήκαν στην Αθήνα μας μια Κυριακή κι έστησαν αμέσως την πολεμική τους σημαία σ’ έναν ψηλό κοντό πάνω στα Αθάνατα Μάρμαρα της Ακρόπολης.


Άπειρα μάτια Ελληνικά δάκρυσαν το πρωινό εκείνο, βλέποντας το σύμβολο των Ούννων να λερώνει το μοναδικό μνημείο του πολιτισμού και της λευτεριάς, τον Παρθενώνα.
Ἔτσι δάκρυσαν και τα δικά μου. Μα.... ύστερα τα βλέφαρά μου σφίχτηκαν κι άστραψαν από μια φλόγα που θα μπορούσε να λιώσει και ατσάλι ακόμη, κι ήταν αυτή, η φλόγα της συγκρατημένης λύσσας εναντίον τους. Ήταν η φλόγα που μου έλεγε ότι κάτι πρέπει να τους κάνω. Κάτι μεγάλο κάτι πού να τους μαστίγωσει σε εκείνα τα αγέρωχα γουρουνίσια μούτρα τους, κάτι προσβλητικό, κάτι πού να τους κάνει να κατεβάσουν εκείνα τα κρύα γαλανά, χωρίς οίκτο κτηνώδη μάτια τους. Κάτι συμβολικό που να τους χτυπήσει όλους μαζί σαν χώρα, σαν λαό και προπαντός σαν στρατό.


Την ίδια φλόγα είδα τότε στα μάτια πολλών φίλων μου, αλλά προπαντός την διέκρινα και την γνώρισα στα μάτια του Μανώλη του Γλέζου του συμμαθητή μου. Κοιταχτήκαμε στα μάτια και χωρίς κουβέντες συνεννοηθήκαμε. Αρχίσαμε να σκαφτόμαστε τί θα κάναμε. Ἐν τω μεταξύ οι Ναζίδες είχαν αρχίσει επιχειρήσεις εναντίον της Κρήτης. Πηγαίναμε στο Φάληρο μόνοι μας και μπρός στα αφρισμένα κύματα σκεπτόμαστε τί να τους κάνουμε ακούγοντας από πάνω μας την Λουτβάφφε να μεταφέρει αλεξιπτωτιστές για την Κρήτη.
Ἐν τω μεταξύ οι μέρες περνούσαν. Είχε περάσει ένας μήνας που κατέλαβαν την Αθήνα και η Κρήτη είχε λυγίσει πολεμούσαν ακόμη τα παλληκάρια μας μαζί με τούς εγγλέζους σε μερικά σημεία.
Κι έξαφνα ένα δειλινό πού ήμαστε στο Ζάππειο κι ο ήλιος έγερνε λούζοντας τον ορίζοντα με εκείνα τα χρώματα που μόνο ο Αττικός ουρανός έχει, τα μάτια μας γύρισαν στον βράχο της Ακροπόλεως. Μέσα στο υπέροχο φόντο της δύσης σταθήκαμε και κοιτούσαμε. Και τότε το βλέμμα μας έπεσε πάνω στην Σημαία τους που περήφανα κυμάτιζε ψηλά-ψηλὰ και η βαρειὰ σκιά της πλάκωνε καταθλιπτικά όλη την Αθήνα, όλη την Αττική γη.
Να, τί πρέπει να τους κάνουμε! Ήρθε η σκέψη σαν σπίθα. Να τους την πάρουμε. Να την γκρεμίσουμε και να την ξεσχίσουμε και να πλύνουμε έτσι την βρωμιά απ’ τον ιερό βράχο. Την είχαν στήσει αυτήν την ίδια την πολεμική τους σημαία οι Ναζὶ θριαμβευτικά ως τότε, στην Βαρσοβία, στην Βιέννη, στην Αμβέρσα, στην Νορβηγία στο Παρίσι και Βελιγράδι και απειλούσαν να την στήσουν σε όλο τον κόσμο τότε.
Μα εδώ είναι Ελλάδα. Είναι η μικρή χώρα που απ’ αυτήν ξεπετάχτηκε η φλόγα του Πολιτισμού. Είναι η χώρα που δίνει το παράδειγμα πάντα στις κρίσιμες στιγμές της Ιστορίας.
Ήταν πολύ απλό μα και πολύ Μεγάλο. Μια σημαία σήκωσε στις 25 Μαρτίου 1821 ο Παλαιών Πατρών Γερμανός μια σημαία θα κατεβάζαμε και μείς στις 31 Μαΐου 1941. Συμβολικό το πρώτο, συμβολικό και το δεύτερο. Μια φούχτα άνθρωποι τότε απειλούσαν την Πανίσχυρη Τουρκική Αυτοκρατορία. Δύο παιδιά εμείς, θα προσβάλλαμε το φοβερό τότε Γ Ράϊχ.
Και βάλαμε σ’ ενέργεια αμέσως το σχέδιο.
Πήραμε απ’ την Εθνική Βιβλιοθήκη την μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια και διαβάσαμε στην λέξη Ακρόπολις. Ἐκεί είδαμε όλες τις σπηλιές ή τρύπες πού έχει ο βράχος της Ακροπόλεως από την εποχή εκείνη και καταλάβαμε ότι μόνον από ένα σπήλαιο — που είναι στο εσωτερικό του βράχου της Ακρόπολης και λέγεται "Πανδρώσειον άντρον" και στο οποίον κατά την Μυθολογία κατοικούσε ο ιερός όφις της θεάς Αθηνάς και του πήγαιναν οι ιέρειες του Ναού του Παρθενώνα και έτρωγε μελόπιτες στις εορτές των Παναθηναίων — ότι μόνον απ’ αυτήν την τρύπα πού έβγαινε σε ένα βάθρο δίπλα στο Ερέχθειο θα μπορούσαμε να ανεβούμε στην Ακρόπολη χωρίς να μας δουν οι Γερμανοί φρουροί.
Την άλλη μέρα κιόλας πήγαμε και ανεβήκαμε σαν επισκέπτες στην Ακρόπολη και είδαμε που ακριβώς είναι αυτή η σπηλιά από την οποία θα ανεβαίναμε την νύκτα. Πέρασε κι αυτή η μέρα και ήλθε η επομένη η 30η Μαΐου 1941. Είχαμε ακούσει το βράδυ απ’ το Ραδιόφωνο του Λονδίνου που μας είπε ότι η Κρήτη εγκαταλείφτηκε πια. Πρωί-πρωί οι Ούννοι με τις Εφημερίδες τους και με προκηρύξεις μας ανήγγειλαν γεμάτοι κομπασμό και υπερηφάνεια ότι κατέλαβαν και την τελευταία γωνιά της Ελλάδας την Ηρωική Κρήτη.
Δεν ξέρω τί ήταν εκείνο που ένοιωθα μα μου φαίνεται πως ήταν ένα παράπονο μαζί με δυνατό πυρετό. Περίμενα μ’ αγωνία να βραδιάσει. Επί τέλους βράδιασε. Συναντηθήκαμε με τον Μανώλη και ξεκινήσαμε. Όπλα δεν είχαμε τότε. Είχα πάρει μαζί μου μόνον ένα φαναράκι ηλεκτρικό κι ένα μαχαιράκι.
Φτάσαμε. Κάναμε μια βόλτα στα προπύλαια μέχρι να φτάσει η ώρα 9 1/2 μ.μ. Τότε είδαμε τους Γερμαναράδες να είναι μαζεμένοι μέσα στο δωμάτιο της εισόδου και να πίνουν κρασί και μπύρες έχοντας και μερικές κακές Ελληνίδες απ’ αυτές που πουλάν τον έρωτα τους στα προπύλαια που είχαν το Φρουραρχείο. Ακούγαμε από μακριά τα κτηνώδη χάχανά τους και τα τραγούδια τους και σφίγγαμε ακόμη περισσότερο τα δόντια μας. Όταν έφθασε η ώρα, κοιταχθήκαμε. Ίσως να μην ξαναβλέπαμε τον ήλιο ν’ ανατέλλει. Είναι αλήθεια ότι νοιώθαμε ένα δυνατό χτυποκάρδι μα αυτό δεν ακουγόταν παρά έξω. Τα στήθη μας τα Ελληνικά το πνίγανε. Είναι γλυκός ο θάνατος όταν πεθαίνεις για τα ιδανικά σου. Σ’ αυτές τις στιγμές δεν έχεις παρά να θυμηθείς την ιστορία. Να θυμηθείς τον Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, να θυμηθείς τον Αθανάσιο Διάκο, ή το Μεσολόγγι ή τον Πόλεμο της Αλβανίας κι είσαι εντάξει.


Σφίξαμε τα χέρια, πηδήξαμε τα σύρματα μπήκαμε ανάμεσα στα δέντρα. Συρθήκαμε με την κοιλιά και φτάσαμε στην Σπηλιά. Μπήκαμε μέσα ψηλαφιστά κρατώντας και την αναπνοή μας ακόμη. Αρχίσαμε να σκαρφαλώνουμε απ’ τα μαδέρια της σκαλωσιάς που είχαν φτιάξει οι Αρχαιολόγοι για ανασκαφές. Κάτω μας το βάραθρο άνοιγε το μαύρο του στόμα να μας καταπιεί στο πρώτο ξεγλίστρημα 40 μέτρα κάτω κατέβαινε η σπηλιά και κατόπιν ανοιγόταν το χείλος ενός ξεροπήγαδου άλλα καμιά δεκαριά μέτρα. Σιγά-σιγὰ σκαρφαλώσαμε και κάνοντας μια τελευταία έλξη βγήκαμε στο πάνω βάθρο. Ανεβήκαμε μερικά μαρμάρινα σκαλιά και σηκώσαμε τα κεφάλια μας να δούμε.
Ήταν ένα τέταρτο το φεγγάρι. Και καθώς το ασημένιο του φως έλουζε τα ιερά εκείνα μνημεία του άπαντου της Τέχνης και της ομορφιάς νοιώσαμε μέσα μας ν’ ατσαλώνουμε. Είδαμε με τα μάτια της ψυχής μας τους αθάνατους προγόνους μας να στέκονται σιωπηλοί και μεγαλοπρεπείς μες στις χλαμύδες τους τριγύρω μας και να μας κοιτάνε σιωπηλοί ερωτηματικά αν θα κάνουμε το καθήκον μας ή όχι. Αν και δεν πολυπιστεύω στο μοιραίο εν τούτοις εκείνες τις στιγμές νομίζω ότι το μοιραίων της φυλής μας έριξε τον κλήρο σε μας.
Προχωρήσαμε συρτά με την κοιλιά. Μας χώριζαν περίπου 50-60 μέτρα απ’ τον κοντό που είχαν την σημαία τους. Χωριστήκαμε και πηγαίναμε ανάμεσα στα μάρμαρα. Πετώντας κάθε τόσο πέτρες μήπως ήταν κανένας γερμανός σκοπός κρυμμένος. Όταν φθάσαμε κοντά στον κοντό, είδαμε την ξύλινη σκοπιά τους. Πετάξαμε πάλι κάνα-δυὸ πέτρες κι όταν είδαμε ότι ήταν ησυχία σηκωθήκαμε όρθιοι και προχωρήσαμε θαρρετά. Φθάσαμε στον κοντό. Ψηλά κυμάτιζε η σημαία τους. Λύσαμε το συρματόσχοινο και τραβήξαμε για να την κατεβάσουμε. Μα την είχαν μπλέξει στην κάτω άκρη της με τα τρία συρματόσχοινα που στήριζαν τον κοντό. Κρεμιούμαστε κι οι δύο για να την κατεβάσουμε μα δεν κατέβαινε. 
Αρχίσαμε τότε με την σειρά να σκαρφαλώνουμε στον σιδερένιο κοντό για να την φτάσουμε και να την κόψουμε. Μα ήταν 20 μέτρα ο κοντός και λείος κι ήταν αδύνατο να την φτάσουμε. Κουρασμένοι σταθήκαμε για λίγο κι απογοητευτήκαμε, σκεπτόμαστε τί να κάνουμε. Να φύγουμε χωρίς την σημαία τους λάφυρο, δεν το σκεφτήκαμε ούτε μια στιγμή. Και μέσα στην ένταση της σκέψης μας, σκεφθήκαμε ότι πρέπει να σπάσουμε τα τρία συρματόσχοινα για να μπορέσουμε να την κατεβάσουμε. Αρχίσαμε τότε με τα χέρια μας, με τα δόντια μας με ότι μπορούσαμε, να προσπαθούμε να ξεκολλήσουμε τα συρματόσχοινα απ’ τους σκουριασμένους χαλκάδες με τους οποίους κρατιόταν στα γύρω μάρμαρα. Κραυγή ενθουσιασμού μου ξέφυγε όταν έσπασε το πρώτο.
Κατόπιν έσπασε και το δεύτερο και μετά το τρίτο. Αμέσως ξεμπλέξαμε τα συρματόσχοινα και τότε το μισητό σύμβολο του φασισμού κατέβηκε. Ήταν μια τεράστια σημαία 4μ. μήκος και 2μ. πλάτος. Στην μέση είχε τον Αγκυλωτό σταυρό και στην επάνω άκρη τον Γοτθικό πολεμικό σταυρό του Κάιζερ.
Με λύσσα την κόψαμε απ’ το συρματόσχοινο και την μαζέψαμε. Σχίσαμε από ένα κομμάτι απ’ τον αγκυλωτό σταυρό. Την υπόλοιπη την κάναμε ρολό και την πήραμε. Προχωρήσαμε και φθάσαμε. Είχαν περάσει 3 ώρες περίπου απ’ την ώρα που είχαμε ξεκινήσει. Το φεγγάρι είχε χαθεί και μαζί μ αυτό και οι οπτασίες των προγόνων μας ευχαριστημένες. Ο αέρας μας δρόσιζε τα φλογισμένα πρόσωπά μας και μας έφερνε από μακριά τα χάχανα των Γερμαναράδων.
" Ἄ! τώρα γελάστε και τραγουδήστε όσο θέλετε, αύριο το πρωί θα τα πούμε" σκέφθηκα.
Κατεβήκαμε απ’ το ίδιο μέρος. Για να την πάρουμε μαζί μας ήταν αδύνατο γιατί η ώρα της κυκλοφορίας είχε περάσει. Τότε αποφασίσαμε να την κρύψουμε μέσα στην ίδια την σπηλιά κάτω στο ξεροπήγαδο. Κατεβήκαμε σιγά-σιγὰ μέχρι κάτω φτάσαμε στο χείλος του ξεροπήγαδου και την πετάξαμε όπως ήταν τυλιγμένη σε μπόγο μέσα. Ακούσαμε τον γδούπο της και ησυχάσαμε.
Ανεβήκαμε πάλι και φύγαμε σιγά-σιγά, πηγαίνοντας σύριζα στον τοίχο και προσέχοντας μην συναντήσουμε καμιά Γερμανική περίπολο.
Όταν βρισκόμαστε στην μέση του δρόμου περίπου για το σπίτι μας, μας σταμάτησε ξαφνικά με το πιστόλι στο χέρι ένας Έλληνας αστυνομικός που φύλαγε σκοπός σ’ ένα δημόσιο ταμείο.
Στην αρχή σκέφθηκα να του επιτεθώ με το μαχαίρι. Αλλά κατόπιν του μιλήσαμε ευγενικά και θαρρετά και του δώσαμε να καταλάβει ότι πρέπει να μας αφήσει να πάμε στα σπίτια μας χωρίς βέβαια να του πούμε τίποτε για το ζήτημα της Σημαίας. Μας άφησε και φύγαμε. Φτάσαμε στα σπίτια μας καθησυχάσαμε τους δικούς μας που μας περίμεναν γεμάτοι αγωνία μη ξέροντας που ήμαστε. Όλη την νύχτα δεν κοιμήθηκα. Και το πρωί ήρθε ο Μανώλης και ανεβήκαμε στην ταράτσα του σπιτιού μου και κοιτούσαμε την Ακρόπολη.
Μέχρι, της 11 π.μ. της 31ης δεν υπήρχε Σημαία στην Ακρόπολη. Όπως έλεγαν τώρα τελευταία μετά την απελευθέρωση οι Έλληνες φύλακες της Ακρόπολης, η Γερμανική φρουρά η οποία αποτελείτο από 20 περίπου άνδρες τα είχε χάσει.
Πανικός στο Γερμανικό στρατηγείο. Οι κούρσες πήγαιναν κι ερχόταν. Τί έγινε η πολεμική τους σημαία; Ποιός τόλμησε να την πειράξει;
Κατά την 11η ώρα πήγαν και βαλαν μίαν άλλη στη θέση της πιο μικρή.
Με τις απογευματινές Εφημερίδες βροντοφωνήσανε οι Γερμανοί τις κυρώσεις τους. Πήραν τα δακτυλικά μας αποτυπώματα απ’ το σιδερένιο κοντό και μας καταδίκασαν αμέσως με έκτακτο στρατοδικείο σε θάνατο ερήμην (γιατί δεν μας ήξεραν). Επίσης όλους τους τυχόν συνενόχους μας. Μας επικήρυξαν και με χρηματικό ποσόν. Περιόρισαν τις ώρες κυκλοφορίας των πολιτών και απέλυσαν τον Αρχηγό της Αστυνομίας και τους διοικητές των Αστυνομικών τμημάτων της περιφέρειας της Ακρόπολης.
Επίσης συνέλαβαν όλους τούς Έλληνες φύλακες της Ακροπόλεως τους οποίους όμως άφησαν ελεύθερους αφού εξέτασαν τα αποτυπώματα τους και τους ανέκριναν, την δε φρουρά τους την καταδίκασαν εις θάνατον και την εκτέλεσαν.
Μου φαίνεται πως βγήκαν λίγο ξινά τα γλέντια των Γερμαναράδων για τον θρίαμβο της Κρήτης…. Αμέσως το νέο διαδόθηκε σαν αστραπή στην Αθήνα και στον Πειραιά και στα Περίχωρα και κατόπιν σ’ ολόκληρη την Ελλάδα. Το Λονδίνο και το Κάιρο την άλλη νύχτα έπλεξαν εγκώμια γι’ αυτό.
Θα νοιώσω άραγε άλλη φορά τα συναισθήματα που ένοιωθα εκείνες τις μέρες όταν άκουγα γύρω μου παντού τούς Έλληνες με υπερηφάνεια και ειρωνεία για τους Γερμανούς να μιλούν για το γεγονός αυτό και να το χαρακτηρίζουν παίρνοντας κουράγιο για την αρχή του καινούργιου πόλεμου της αντίστασης; Έβλεπες παντού τον κόσμο να έχει αναθαρρήσει: να περπατάει με ψηλά το κεφάλι ξέροντας καλά ότι το καζάνι άρχισε να βράζει πάλι....
Κι έτσι αρχίσαμε....
Έπειτα από 8 μήνες επεχείρησα, να φύγω για την Αίγυπτο για να πάω στο στρατό να πολεμήσω πιο ενεργά μαζί με τον Μανώλη κι ένα άλλο φίλο μου. Μα ύστερα από προδοσία μας πιασαν οι Γερμανοί. Μας κλείσανε στις φυλακές. Τότε σκέφθηκα ότι αν είχαν την εξυπνάδα να παραβάλλουν τα δακτυλικά μας αποτυπώματα όλα τελείωναν. Αλλά δεν την είχαν ευτυχώς.
Καθίσαμε λίγο καιρό στις φυλακές όπου περάσαμε του κόσμου τα μαρτύρια (Ξύλο ανηλεές σχεδόν καθημερινό ντους με κρύο νερό έξω στο κρύο κ.λπ.) αποτέλεσμα των οποίων ήταν όταν βγήκαμε τον Απρίλιο του 1942 ύστερα από μια αμνηστία που μας συμπεριέλαβε να κάνει ὁ Μανώλης αιμοπτύσεις.
Μόλις βγήκα απ’ την φυλακή οργανώθηκα για καλά (είχε φουντώσει εν τω μεταξύ το κίνημα της Αντίστασης) κι άρχισα να κάνω χίλιες δουλειές από κόλλημα προκηρύξεων και γράψιμο στον τοίχο μέχρι μεταφορά όπλων και κρύψιμο κ.λπ.
Το καλοκαίρι του 1943 ένας χαφιές των SS με γνώρισε και κουβάλησε αρκετούς από δαύτους να με πιάσουν. Τους ξέφυγα πηδώντας από παράθυρο σε παράθυρο κι από ταράτσα σε ταράτσα και βγήκα στο Αντάρτικο. Κατατάχθηκα στον Ε.Λ.Α.Σ. και τοποθετήθηκα στην Περιοχή Στερεάς Ελλάδας.
Έλαβα μέρος σε αρκετές μάχες παρατάξεως με τους Ναζίδες και σε πολλές επικίνδυνες αποστολές κι εκανόνισα αρκετούς Γερμαναράδες, τραυματίσθηκα δε στο στήθος (αριστερό ημιθωράκιο) πάνω απ’ την καρδιά από τυφλό τραύμα βλήματος.
Αυτή είναι η ιστορία της συμβολής μου στην αντίσταση του λαού μας εν ολίγοις.
Αλλά τι είναι αυτά, μπροστά στις υπέροχες σελίδες που έχει γράψει ο Ελληνικός λαός, στα τέσσερα αυτά χρόνια, της πιο σκληρής και ανελέητης σκλαβιάς, που είδαμε ποτέ στην ιστορία μας;
Κάθε πέτρα, και κάθε αγκωνάρι, κάθε δρόμος και κάθε πεζοδρόμιο έχει γραμμένη επάνω μίαν ολόκληρη ιστορία ηρωισμού και θυσίας για την λευτεριά, από γνωστούς και άγνωστους μάρτυρες, ήρωες, ατσάλινες ψυχές, που ξεψυχάγανε προφέροντας το όνομα της Ελλάδας μας και φωνάζοντας "θάνατος στο φασισμό!!!"
Οι βουνοκορφές πάλι κι οι ράχες, αχολογούν ακόμα απ’ τις κλαγγὲς των όπλων κι απ’ τα κλέφτικα τραγούδια των λεβεντόκορμων ανταρτών και κάθε στενό και κάθε ρέμα μυρίζει μπαρούτι ακόμα, απ’ αυτό που έπεφτε καφτό επάνω στις Γερμανικές φάλαγγες κάθε λεπτό και τούς έκανε αλαφιασμένοι να μην ξέρουν από που να φυλαχτούν, νομίζοντας ότι κάθε πεύκο και κάθε έλατο ζωντανεύει κι είναι αντάρτης, εκδικητής!!!
Θα μπορούσα να λέω ολόκληρα μερόνυχτα, είναι τόσα πολλά...

Λάκης Σάντας

Ο κομμουνιστής Λάκης Σάντας απ’ το 1942 οργανώθηκε στο ΕΑΜ και στην συνέχεια βγαίνει αντάρτης στο βουνό στις γραμμές του ΕΛΑΣ όπου και πολεμάει τον κατακτητή σε πολλές μάχες για να τραυματιστεί το 1944. Η «τύχη» που του επιφυλάσσουν οι αστικές κυβερνήσεις μετά την απελευθέρωση της χώρας μας από τους Γερμανούς είναι ανάλογη με αυτή που είχαν αρκετοί κομμουνιστές που αντιστάθηκαν ένοπλα στους κατακτητές. Το 1946 εξορίζεται στην Ικαρία, το 1947 φυλακίζεται στην Ψυττάλεια και το 1948 καταλήγει εξόριστος στη Μακρόνησο. Από εκεί κατάφερε να ξεφύγει για να καταλήξει στην Ιταλία και στη συνέχεια στον Καναδά, όπου θα ζήσει έως και το 1962. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1963.
Μπορεί να έφυγε απ’ την ζωή ο Λάκης Σάντας το παράδειγμα του όμως πάντα θα μας εμπνέει.


Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ Βγηκε η ζωη μας στο σφυρι_0001.wmv



Βγήκε η ζωη μας στο σφυρι
Μουσικη Μικης Θεοδωρακης
Στιχοι Φωντας Λαδης
Ερμηνεια Αντωνης Καλογιαννης

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Ολοι την Τεταρτη 13/11/13 και ώρα 15:15 έξω από το Ειρηνοδικείο Ηρακλείου για την επόμενη παρέμβασή μας, ενάντια στην κλοπή ιδιωτικών περιουσιών από τις τράπεζες και ταυτόγχρονα για την επόμενη τακτική συνέλευση της Λ.Σ.Π.


-Καλούμε όλα τα εργατικά σωματεία, τους φοιτητικούς συλλόγους, τις συνελεύσεις των γειτονιών,
τους συλλόγους και τις συλλογικότητες του Ηρακλείου να συζητήσουν το ζήτημα
και να αποφασίσουν τη στήριξη και τη συμμετοχή τους στο κίνημα της στάσης πληρωμών.


ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΝΑΙ ΣΤΟΝ ΚΟΙΝΟ ΑΓΩΝΑ-ΝΑ ΚΑΤΑΡΓΗΣΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ!
ΔΕ ΘΑ ΑΦΗΣΟΥΜΕ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ, ΕΕ, ΔΝΤ ΝΑ ΜΑΣ ΟΔΗΓΗΣΟΥΝ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ!
ΜΕ ΑΓΩΝΕΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ, ΜΕ ΠΑΛΛΑΪΚΟ ΞΕΣΗΚΩΜΟ ΣΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ, ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ, ΣΤΙΣ ΣΧΟΛΕΣ, ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ!


ΟΛΟΙ ΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ 13/11/13 και ώρα 15:15 ΣΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ!!!!

ΝΑ ΔΗΛΩΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΤΡΟΪΚΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ


  Ή ΤΩΡΑ Ή ΠΟΤΕ!!!  




https://www.facebook.com/groups/laiki.stasi.pliromon/
laikistasipliromon-hraklio@googlegroups.com
http://www.youtube.com/watch?v=cECzJl50uVs&feature=share&list=PLhWMakoUtqUOEUjdB5s4yDjZf1agQRZqX

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

«Μαμά πάρε με σπίτι και δεν θα ζητήσω φαγητό» - είναι τα λόγια ενός κοριτσιού που μένει σε ένα παιδικό χωριό-οικοτροφείο στην Καλλιθέα!!!


   ΣΟΚ!!!   

«Μαμά πάρε με σπίτι και σου υπόσχομαι ότι δεν θα σου ζητήσω ξανά φαγητό» είναι τα λόγια ενός κοριτσιού που μένει σε ένα παιδικό χωριό-οικοτροφείο στην Καλλιθέα και ικετεύει την μητέρα του κρατώντας την από την φούστα για να την πάρει πίσω σπίτι.
«Μα δεν έχουμε φαγητό σπίτι» απαντά η μητέρα με την κόρη της να της ζητά επίμονα: «Μαμά πάρε με σπίτι και δεν θα πεινάσω ξανά. Στο υπόσχομαι!».

Πρόκειται για μια ιστορία μιας Ελληνίδας μάνας, η οποία δεν μπορεί να ανταπεξέλθει οικονομικά στις καθημερινές ανάγκες του παιδιού της και επισκέπτεται το οικοτροφείο για να του δώσει όση στοργή και αγάπη μπορεί. Και δυστυχώς η συγκεκριμένη ιστορία δεν είναι η μοναδική όπως αναφέρει το άρθρο στο mignatiou.com, καθώς οι περισσότερες ελληνικές οικογένειες αντιμετωπίζουν μεγάλη δυσκολία να ανταπεξέλθουν στις βασικές ανάγκες. Μάλιστα μία έκθεση της Unicef αναφέρει ότι πάνω από 600.000 παιδιά στην Ελλάδα υποσιτίζονται και ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας.

__________________
Πηγή: mignatiou.com
*από το: http://www.pentapostagma.gr/

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΓΗΣ




ΝΤΑΒΙΝΤ ΓΚΡΟΣΜΑΝ
μτφρ: Λουίζα Μιζάν
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ, 2011

Πώς διηγείται κανείς μια ολόκληρη ζωή… χωρίς να σκορπίσει στους χίλιους ανέμους; Πώς κινείται μέσα στις αχανείς εκτάσεις του μνημονικού για να σταματήσει στις στιγμές και να ανασύρει τις χειρονομίες, τα λόγια, τις σιωπές, τα πρόσωπα; Πώς μιλά για μια οικογένεια που ζει σε μια χώρα, και πώς μπορεί να διηγηθεί το φόβο και τη βία, αυτή τη βία που διαπερνά το οικογενειακό και ιδιωτικό άδυτο και ασκεί βία στους εσώτατους πυρήνες; Και τελικά πώς διηγείται κανείς μια ιστορία, αυτή την ίδια παλιά ιστορία, για μια χώρα, αυτή τη χώρα με τη σιδερένια μπότα… που πάλι προσγείωσε βροντερά το πόδι της σ’ ένα μέρος όπου απαγορεύεται σε μια χώρα να βρίσκεται; Πόσο κανείς να φωνάξει πού δεν επιτρέπεται σε μια χώρα να βρίσκεται;


Ερωτήσεις που επανέρχονται διαρκώς στον προβληματισμό του συγγραφέα δια μέσου των ηρώων του, κυρίως για να μη ξεχνάμε ότι βρίσκονται στον πυρήνα του συγγραφικού εγχειρήματος, γιατί επί της ουσίας και από τις πρώτες σελίδες είναι παραπάνω από εμφανές ότι ο Γκρόσμαν ξέρει ακριβώς τον τρόπο να αιχμαλωτίσει την Ανθρώπινη Φωνή[i], αυτή που θα αρθρώσει το ιδιωτικό άδυτο και θα αγωνιστεί να το διαφυλάξει από την ανεπίτρεπτη “αδιακρισία” της βίας. Στην αναζήτηση γι’ αυτή την ανθρώπινη φωνή θα χτίσει δύο αξιομνημόνευτους ήρωες, την Όρα και τον Άβραμ, θα διατρέξει, μέσω της δικής τους ιστορίας, την ιστορία του Ισραήλ από τον Πόλεμο των Έξι Ημερών μέχρι και σήμερα, και ακόμα θα πετύχει μια φορτισμένη και γοητευτική σύζευξη της παντογνωσίας και αμεροληψίας της συγγραφικής φωνής με την υποκειμενικότητα, την ιδιοσυστασία, την προφορικότητα και τον εσωτερικό μονόλογο των ηρώων του.

Από την αρχή είναι η Όρα και ο Άβραμ, και στο τέλος είναι πάλι αυτοί, μόνο που στο μεταξύ είναι όλη τους σχεδόν η ζωή. Καθώς παρεμβάλλεται ένας πάντα απών ωσεί παρών Ίλαν, επιστήθιος φίλος του Άβραμ και άντρας της Όρα, και ως εκ τούτου παρεμβάλλεται όλη η οικογενειακή ιστορία της Όρα: ο Ίλαν, αυτή και οι δυο τους γιοι, ο Άνταμ και ο Όφερ. Όταν ο Όφερ θα φύγει για μια στρατιωτική επιχείρηση, η Όρα θα επιχειρήσει μια απελπισμένη φυγή από το ενδεχόμενο των κακών μαντάτων, συνειδητοποιώντας πως μπορεί να είναι λίγο τρελή αυτή τη στιγμή, αλλά στη διαμάχη ανάμεσα στους μαντατοφόρους και αυτήν πρέπει να πάει μέχρι τέλους, σώμα με σώμα, για τον Όφερ, για να μην αισθανθεί αργότερα πως παραδόθηκε άνευ όρων, γι΄ αυτό , όταν θα έρθουν να της το πουν δεν θα είναι εδώ, δεν θα είναι… Ξέρει πως δεν έχει καμιά ελπίδα και ξέρει πως η είδηση τελικά θα την βρει, γιατί που θα φτάσουμε αν κι άλλες οικογένειες υιοθετήσουν την ιδέα και αρνηθούν να λάβουν από το στρατό την είδηση του θανάτου των αγαπημένων τους;… τουλάχιστον όμως θα πολεμήσει μερικές μέρες, όχι πολλές, είκοσι οχτώ μέρες, λιγότερο από μήνα, έχει τη δυνατότητα να το κάνει, και στην πραγματικότητα είναι το μόνο που μπορεί να κάνει, μόνο αυτό είναι μέσα στις δυνατότητές της. Στη φυγή της συμπαρασύρει και τον Άβραμ, γιατί μέσα στις δυνατότητές της είναι ακόμα και μια άλλη: να κρατά ζωντανό και ασφαλή τον Όφερ με τις αφηγήσεις της, να αφηγείται τον Όφερ στον Άβραμ, να τα συμπεριλάβει όλα και να μην ξεχάσει τίποτα, τίποτα από την αγάπη που έδωσε και από την αγάπη που πήρε, τίποτα από το φόβο που ματαιοπονώντας προσπαθούσε για χρόνια να κρατά μακριά από το οικογενειακό άβατο. Διασχίζοντας με τον Άβραμ και δυο σακίδια τη γη της Γαλιλαίας, και πάντα μόνο μπροστά, μέχρι το τέλος της γης, αποφεύγοντας πάση θυσία τη συνάντηση με την τρέχουσα ειδησεογραφία, θα επιχειρήσει την ανασύνθεση μιας ζωής, μιας οικογενειακής ιστορίας, όχι μόνο σαν απέλπιδα ματαιοπονία, ούτε μόνο σαν ξόρκι ή πρωθύστερο πένθος, αλλά και σαν προσφορά στον τραυματισμένο και ματαιωμένο Άβραμ, αφού η δική της ιστορία είναι, όπως καταλαβαίνουμε σταδιακά, εν πολλοίς και δική του.

Της ιστορίας αγάπης που αφηγείται η Όρα, το κέντρο καταλαμβάνει μια ιστορία μοναξιάς: αυτή του δικού της λόγου έναντι της λογικής τηςσιδερένιας μπότας, έναντι αυτού του είδους της σοφίας, της εκνευριστικής αντρικής σοφίας του αρπακτικού, που έκανε την Όρα να βράζει μέσα της, μια χαρά είχαν φορέσει και οι τρεις τις πανοπλίες τους, και μόνο η Όρα περιφερόταν γυμνή ανάμεσά τους σαν κοριτσάκι. Και δεδομένης της μπότας που έχει ρίξει τη σκιά της στην αρχετυπικότερη και πιο αδιασάλευτη σχέση (αυτή της μάνας και του παιδιού της), η ματαιωμένη εμβέλεια και το τραγικό άτοπο του μητρικού ενωτικού λόγου και κυρίως η συνακόλουθη και αυτονόητη πρόσδεση του αντιπολεμικού λόγου στο λόγο της γυναίκας-μάνας, γίνεται εδώ ο τρόπος του Γκρόσμαν να αιχμαλωτίσει τα μύχια της Ανθρώπινης Φωνήςκαι τα μύχια της ανθρώπινης ανάγκης, τα μύχια του φόβου και τα μύχια της αγάπης. Γίνεται ο τρόπος του να παρακάμψει για λίγο (ακριβώς όπως η Όρα δραπετεύει από την ειδησεογραφία) το ζόφο και το θόρυβο από τις εκκωφαντικές και άτρωτες ιαχές της επικράτειας του εμπόλεμου παρόντος. Και να δικαιώσει έτσι αυτή τη ματαιοπονία, που είναι το άρρητο και τόσο αδύναμο –υπό τις παρούσες συνθήκες- επιχείρημα της ζωής και της αγάπης. Η ενσάρκωση της ζωτικής αυτής ματαιοπονίας στο λόγο της Όρα σαν ψυχολογική καταβύθιση στα άδυτα της γυναικείας ευαισθησίας, είναι ό,τι ακριβώς τροφοδοτεί τον αντιπολεμικό λόγο με αναμμένο, πυρακτωμένο κάρβουνο, απομακρύνοντάς τον από το επίπεδο της όποιας ρητορείας και αποδίδοντάς του όλο το βουβό και σπαρακτικό του περιεχόμενο.

Ενώ η μορφή της Όρα προκύπτει συγκινητική, σημαίνουσα και εμβληματική, αφού ο λόγος είναι κατά βάση δικός της, όσο κι αν το τρίτο πρόσωπο είναι από την αρχή η σταθερά του αφηγητή. Το τρίτο πρόσωπο και η πανοραμική οπτική γωνία είναι οι συμβάσεις ενός τρυφερού και διακριτικά συμπάσχοντος αφηγητή που έχει άρει την ειρωνική του διάθεση, αφού οι ήρωές του παραείναι τραγικοί για να τους ειρωνευτεί οποιοσδήποτε άλλος εκτός από τους ίδιους. Είναι ο αφηγητής που το ατού της πανοραμικής του γωνίας θα το εκμεταλλευτεί διερχόμενος όλα τα επίπεδα πράξης, λόγου, σκέψης, συνείδησης των ηρώων του, μέχρι ν’ αγγίξει τις καλά κρυμμένες, λησμονημένες και από τους ίδιους γωνιές. Είναι ο αφηγητής που προκειμένου να το πράξει θα ενδύεται το λόγο των ηρώων του και θα ενσωματώνει στην καθαρά αφηγηματική του αποστολή τη δική τους φωνή. Είναι η αφηγηματική φωνή που είναι εδώ για να παρακολουθήσει όχι μόνο τι λένε τα λόγια που βιάζονται να εξηγηθούν, ούτε μόνο τι οι παύσεις και οι σιωπές διστάζουν να εκφράσουν, αλλά ακόμα και τι λένε τα μάτια, τι λένε στα παρασκήνια τα εσωτερικά σκιρτήματα ενόσω τα λόγια σε πρώτο πλάνο πάντα λένε, πόσα είναι εκείνα που ανακαλούν τα λόγια και πόσα από αυτά τελικά δεν θα ειπωθούν, πόσα είναι τέλος εκείνα που ενορχηστρώνουν την εσωτερική φωνή. Έτσι πολυμορφικός και χαμαιλεοντικός ο λόγος του αφηγητή, χυμένος σε ένα ρέον κείμενο με ευρύχωρες προτάσεις, ενσωματωμένους διάλογους, εσωτερικούς και αφηγημένους μονολόγους, χωρίς σημεία παράθεσης ή σαφείς ενδείξεις μετάβασης από το δικό του στο λόγο της Όρα ή του Άβραμ, εξασφαλίζει και ενδελεχή θέαση, αλλά κυρίως διατηρεί παντού ενεργό και αμετάτρεπτο το συγκινησιακό του φορτίο.

Μια πορεία στο χώρο και μια πορεία στο χρόνο, ένα πρωθύστερο πένθος και δύο χώροι διακριτοί: αυτός της έξω σκληρής εμπόλεμης συνθήκης και αυτός της μέσα ιδιωτικής, εκείνης της περιοχής όπου απαγορεύεται σε μια χώρα να βρίσκεται… Μια γυναίκα που διασχίζει τη χώρα και μια αφηγηματική κίνηση που ακολουθώντας πιστά τη δραματουργική, θα γυρίσει ακριβώς όπως η ηρωίδα της την πλάτη στην επικαιρότητα για να απομονώσει και να αφουγκραστεί το διαχρονικό, διασφαλίζοντας από τη θέση αυτή την ιδανικότερη θέα του δηλητηριώδους αγγίγματος της εμπόλεμης πραγματικότητας πάνω στην πάλλουσα ύλη της ζωής. Και όλα αυτά που συνθέτουν τη πολύτιμη αυτή ύλη –η οικογένεια, ο έρωτας, η φιλία, η αδελφική αγάπη, η γονεϊκή αγάπη, και ακόμα η σχέση με τον εμπόλεμο Άλλο- δε θα ειδωθούν μόνο υπό το πρίσμα της εγγενούς πολυπλοκότητας και αντιφατικότητάς τους (λεπτολόγος και οξυδερκής ο Γκρόσμαν ως προς την ψυχολογική εξερεύνηση μυθιστορηματικών χαρακτήρων), αλλά και από ένα επιπλέον: υπό το πρίσμα της προδιαγεγραμμένης τους αναμέτρησης με τη περιβάλλουσα απάνθρωπη συνθήκη. Η κίνηση της Όρα, όπως και η κίνηση της αφήγησης, μπορεί εν γνώσει τους να ματαιοπονούν από την αρχή, αλλά αυτό τις κάνει απλώς ακόμα πιο δραστικές. Όπως δραστικός γίνεται και ο στερούμενος πολιτικολογίας λόγος ενός πολιτικού συγγραφέα – στρατευμένου στην εξεύρεση ειρηνευτικής λύσης, αν και θύμα του πολέμου και ο ίδιος[ii], που επιμένει να υπερασπίζεται με την τέχνη του τις αξίες ενός βαθύτατου ανθρωπισμού. Γιατί τελικά αυτή θα είναι η ισχύς μια τέτοιας ιστορίας, οι άνθρωποι να καταφέρνουν με κάθε τρόπο να διαφυλάξουν τα…



Σε εξαιρετική μετάφραση και με τη χροιά του κλασικού, ένα συγκινητικό μεγάλο βιβλίο.


[i] Το μονόπρακτο του Κοκτώ πέφτει επανειλημμένα στο τραπέζι της αφήγησης σαν κομβικό δάνειο και ζητούμενο: η συμπύκνωση της εσωτερικότητας που εκβάλλει στη φωνή, η φωνή σαν διάκενο μεταξύ προφορικής έκφρασης και εσωτερικότητας, αυτή που μαρτυρά πάντα πολλά περισσότερα απ’ όσα μπορούν τα λόγια. Νομίζω πως θα είναι ένα έργο για φωνές, ένα από τα πρώτα που δηλώνει ο νεαρός Άβραμ στην Όρα, και μαζί και ο συγγραφέας σαν υπόθεση εργασίας.Πάνω απ’ όλα αγαπώ τις φωνές των ανθρώπων. Δεν υπάρχει ωραιότερος ήχος στον κόσμο, σωστά;
[ii]  Κατά τη διάρκεια της συγγραφής του παρόντος, τον Αύγουστο του 2006, ο Γκρόσμαν έχασε τον γιο του Ούρι, λοχία τεθωρακισμένων, που σκοτώθηκε από βλήμα της Χεζμπολάχ στο Νότιο Λίβανο.
Δημοσιεύτηκε στην Book Press στις 17/12/11